Meaning of ρόδο | Babel Free
/ˈɾo.ðo/Ορισμοί
- το άνθος της τριανταφυλλιάς, τριαντάφυλλο
-
αιτιατική ενικού του Ρόδος accusative, singular
-
κάτι πολύ όμορφο figuratively
-
κλητική ενικού του Ρόδος singular, vocative
Παραδείγματα
“Older form: Ρόδον, ancient Ῥόδον”
“ρόδο του Ισπαχάν (για μια όμορφη κοπέλα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.