Meaning of ρυτίδα | Babel Free
/ɾiˈti.ða/Ορισμοί
πτυχή του δέρματος, κυρίως στο πρόσωπο, που προκύπτει με τη γήρανση του οργανισμού
Ισοδύναμα
English
Wrinkle
Παραδείγματα
“※ Μὴ νομίζῃς μὲ ρυτίδες / πῶς τὸ πρόσωπο χαλᾷ; / Καὶ ἡ θάλασσα δὲν εἶδες / μὲ ρυτίδες πῶς γελᾷ; (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Καλά γεράματα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.