HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρυτίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ɾiˈti.ða

Ορισμοί

πτυχή του δέρματος, κυρίως στο πρόσωπο, που προκύπτει με τη γήρανση του οργανισμού

Ισοδύναμα

Françaisridéride

Παραδείγματα

“※ Μὴ νομίζῃς μὲ ρυτίδες / πῶς τὸ πρόσωπο χαλᾷ; / Καὶ ἡ θάλασσα δὲν εἶδες / μὲ ρυτίδες πῶς γελᾷ; (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Καλά γεράματα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρυτίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free