Meaning of ροντέο | Babel Free
/ro.ˈde.o/Ορισμοί
επίδειξη ή είδος αγωνίσματος κατά τα οποία κάποιος καλείται να ιππεύσει ταύρους ή άγρια άλογα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.