HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρεμέτζο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ɾeˈme.d͡zo/

Ορισμοί

  1. μόνιμο αγκυροβόλιο σκάφους
  2. δέσιμο / άραγμα πλοίου
  3. χοντρό καραβόσκοινο που χρησιμοποιείται είτε σε ρυμούλκηση είτε σε προσόρμιση για ασφαλή πρόσδεση σκάφους σε παρατεταμένη χρονικά παραμονή ή άραγμα
    idiomatic
  4. το ρυμούλκιο

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρεμέτζο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course