Meaning of ρεμέτζο | Babel Free
/ɾeˈme.d͡zo/Ορισμοί
- μόνιμο αγκυροβόλιο σκάφους
- δέσιμο / άραγμα πλοίου
-
χοντρό καραβόσκοινο που χρησιμοποιείται είτε σε ρυμούλκηση είτε σε προσόρμιση για ασφαλή πρόσδεση σκάφους σε παρατεταμένη χρονικά παραμονή ή άραγμα idiomatic
- το ρυμούλκιο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.