Meaning of ρήτορας | Babel Free
/ˈɾi.to.ɾas/Ορισμοί
- ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς
-
ανδρικό επώνυμο rare
- ο ικανός ομιλητής
- ο δάσκαλος της ρητορικής τέχνης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ὁ Χάρος ὁ ἀχόρταγος τὸν βρῆκε / ἀπὸ πιοτὰ διάφορα στουπί, / καὶ ρήτορας κανένας δὲν ἐβγῆκε / τὰ τόσα θαύματά του νὰ μᾶς πῇ. (Γεώργιος Σουρής, Ο Μπουρδούσης, 1883)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.