HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρήτορας | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/ˈɾi.to.ɾas/

Ορισμοί

  1. ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς
  2. ανδρικό επώνυμο
    rare
  3. ο ικανός ομιλητής
  4. ο δάσκαλος της ρητορικής τέχνης

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ὁ Χάρος ὁ ἀχόρταγος τὸν βρῆκε / ἀπὸ πιοτὰ διάφορα στουπί, / καὶ ρήτορας κανένας δὲν ἐβγῆκε / τὰ τόσα θαύματά του νὰ μᾶς πῇ. (Γεώργιος Σουρής, Ο Μπουρδούσης, 1883)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρήτορας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course