Meaning of ράπα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το φυτό ρέβα, το γογγύλι
-
το καλάμι των σιτηρών^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
-
η συνουσία (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Cretan
-
θελκτική γυναίκα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ράπη (το μέρος εκείνο του σταχυού (το στέλεχος) που απομένει μετά το θερισμό)”
“συγγενικά: ράπινος”
“συγγενικά: ραπώνω”
“είναι καλή ράπα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.