Meaning of πτωχοπροδρομισμός | Babel Free
Ορισμοί
η συνήθεια που έχει κάποιος να θρηνεί (δικαιολογημένα ή κυρίως αδικαιολόγητα), γιατί είναι φτωχός και δυστυχής, ώστε να αποσπάσει τον οίκτο και (ενδεχόμενη) βοήθεια
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.