Meaning of πτωχός | Babel Free
/ptoˈxos/Ορισμοί
-
συνώνυμο του φτωχός σε παγιωμένες εκφράσεις formal
-
ιδίως ως ουσιασικό formal
-
που έχει πτωχεύσει formal
-
ειρωνικό προσφώνηση, στην κλητική πτώση
formal
Παραδείγματα
“έρανος υπέρ των πτωχών”
“πτωχέ μου άνθρωπε...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.