Meaning of πρωτο- | Babel Free
/pɾoto/Ορισμοί
- άλλη γραφή του πρωτο- όταν τονίζεται κατά τη σύνθεση
- κάτι που έγινε για πρώτη φορά
- κάτι που έπαθε το προσδιοριζόμενο για πρώτη φορά
- η πρώτη χρονική περίοδος
- πρώιμη κατηγορία όντων
- την πρώτη εμφάνιση του προσδιοριζομένου
- την πρωτιά στην ιεραρχία, το κατεξοχήν πρόσωπο
- την πρώτη βαθμίδα σε μια κλίμακα
Παραδείγματα
“πρωτο- (proto-) + βουλή (voulí, “will, desire”) → πρωτοβουλία (protovoulía, “initiative”)”
“πρωτο- (proto-) + γόνος (gónos, “offspring”) → πρωτόγονος (protógonos, “primitive”)”
“πρωτο- (proto-) + υπουργός (ypourgós, “minister”) → πρωθυπουργός (prothypourgós, “prime minister”)”
“πρωτο- (proto-) + κόλλα (kólla, “glue”) → πρωτόκολλο (protókollo, “protocol”)”
“πρωτο- (proto-) + γνωρίζω (gnorízo, “to know”) → πρωτόγνωρος (protógnoros, “unprecedented”)”
“πρωτο- (proto-) + πόρος (póros, “resource”) → πρωτοπόρος (protopóros, “pioneer”)”
“πρωτο- (proto-) + τύπος (týpos, “type, form”) → πρωτότυπος (protótypos, “original, prototype”)”
“πρωτο- (proto-) + φαίνομαι (faínomai, “to appear, to be visible”) → πρωτοφανής (protofanís, “unprecedented”)”
“πρωτο- (proto-) + Μάιος (Máios, “May”) → Πρωτομαγιά (Protomagiá, “May Day”)”
“πρωτο- (proto-) + χρονιά (chroniá, “year”) → Πρωτοχρονιά (Protochroniá, “New Year's Day”)”
“πρωτο- (proto-) + βλέπω (vlépo, “to see”) → πρωτοβλέπω (protovlépo, “to first see”)”
“πρωτο- (proto-) + μιλώ (miló, “to speak”) → πρωτομιλώ (protomiló, “to first speak”)”
“πρωτο- (proto-) + μαθαίνω (mathaíno, “to learn”) → πρωτομαθαίνω (protomathaíno, “to first learn”)”
“πρωτο- (proto-) + χριστιανικός (christianikós, “Christian”) → πρωτοχριστιανικός (protochristianikós, “Early Christian”)”
“πρωτο- (proto-) + αττικός (attikós, “Attic”) → πρωτοαττικός (protoattikós, “Protoattic”)”
“πρωτοεμφανίζομαι”
“πρωτοφανέρωτος, πρωτάκουστος”
“πρωτοελληνική γλώσσα, πρωτομινωικός πολιτισμός”
“πρωτόζωο”
“πρωτοβρόχι”
“πρωτομάστορας, πρωθυπουργός, πρωτοπαλίκαρο”
“πρωτοετής φοιτητής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.