Meaning of πρωτοβάθμια | Babel Free
/pɾo.toˈvaθ.mi.a/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πρωτοβάθμιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του πρωτοβάθμιος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.