Meaning of πρωτοβάθμιος | Babel Free
/pɾo.toˈvaθ.mi.os/Ορισμοί
- που κατέχει τον πρώτο και ανώτερο βαθμό μιας ιεραρχίας
- που αποτελεί την πρώτη, ιεραρχικά κατώτερη βαθμίδα πριν από την δευτεροβάθμια
Ισοδύναμα
English
primary
Παραδείγματα
“πρωτοβάθμια εκπαίδευση”
primary education
“πρωτοβάθμια περίθαλψη”
primary care
“πρωτοβάθμια εξίσωση”
first-degree equation
“πρωτοβάθμιος υπάλληλος, πρωτοβάθμιος καθηγητής”
“Πρωτοβάθμια εκπαίδευση ≈ συνώνυμα: στοιχειώδης”
“πρωτοβάθμιο δικαστήριο ≈ συνώνυμα: πρωτοδικείο”
“Πρωτοβάθμια επιτροπή: συνδικαλιστική οργάνωση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.