Meaning of προφυλακτικό | Babel Free
Ορισμοί
ελαστικό κάλυμμα, συνήθως φτιαγμένο από λατέξ ή πολυουρεθάνη, που τοποθετείται στο αρσενικό γεννητικό όργανο πριν από τη σεξουαλική επαφή, για να προστατεύσει από τις σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Τι είναι αυτά; τον είχε ρωτήσει, καλά το βιάγκρα, ας υποθέσω ότι το θέλεις για τα συζυγικά σου καθήκοντα, παρότι θα'πρεπε να με ρωτήσεις, το ξέρεις ότι κινδυνεύει η υγεία σου; αλλά εντάξει να το παραβλέψω, τα προφυλακτικά όμως τι τα θέλεις, εφόσον μαζί μου, όποτε και εάν, δεν χρησιμοποιείς προφυλακτικό. (Μάρω Δούκα, Έλα να πούμε ψέματα, εκδ. Πατάκη, 2016)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.