Meaning of προφύλαξη | Babel Free
Ορισμοί
- η μέριμνα, η φροντίδα, η λήψη μέτρων για προστασία προτού συμβεί κάτι, προληπτικά
- ο πρόχειρος τρόπος αναφοράς στα μέτρα αυτά καθαυτά που παίρνει κάποιος για να προφυλαχθεί
- μέσα αντισύλληψης και προστασίας από μολύνσεις κατά την συνουσία
Παραδείγματα
“Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται προφύλαξη από το κρύο, γιατί τυχόν πνευμονία μπορεί να αποβεί μοιραία”
“Πρέπει να παίρνεις προφυλάξεις παιδί μου όταν κάνεις σεξ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.