HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προφύλαξη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η μέριμνα, η φροντίδα, η λήψη μέτρων για προστασία προτού συμβεί κάτι, προληπτικά
  2. ο πρόχειρος τρόπος αναφοράς στα μέτρα αυτά καθαυτά που παίρνει κάποιος για να προφυλαχθεί
  3. μέσα αντισύλληψης και προστασίας από μολύνσεις κατά την συνουσία

Ισοδύναμα

English caution Guard

Παραδείγματα

“Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται προφύλαξη από το κρύο, γιατί τυχόν πνευμονία μπορεί να αποβεί μοιραία”
“Πρέπει να παίρνεις προφυλάξεις παιδί μου όταν κάνεις σεξ”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προφύλαξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course