Meaning of προκύπτει | Babel Free
/proˈci.pti/Ορισμοί
- για κάτι που έρχεται ως αποτέλεσμα
- για κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα
-
εξάγεται ως συμπέρασμα impersonal
Παραδείγματα
“από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι το καινούριο”
“την τελευταία στιγμή προέκυψε μια δυσκολία”
“από την έρευνα προκύπτει ότι ο ιός μεταλλάχτηκε”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.