Meaning of πολυωπία | Babel Free
Ορισμοί
διαταραχή της όρασης (προσωρινή ή διαρκέστερη), κατά την οποία ο ασθενής βλέπει πολλαπλά είδωλα ενός αντικειμένου λόγω διάφορων παραγόντων (αστιγματισμός, βλάβες του κερατοειδούς κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.