Meaning of ποικιλόδερμα | Babel Free
Ορισμοί
χρόνια καλοήθης πάθηση κατά την οποία υπάρχουν περιοχές υπερχρωματισμού και υποχρωματισμού του δέρματος
Παραδείγματα
“※ ευρυαγγείες προσώπου, κορμού και άκρων , ποικιλόδερμα (ερυθρότης του δέρματος στην περιοχή του λαιμού), μετεγκαυματική ερυθρότης του δέρματος κ.ά. (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τομ. 2309-2312, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 1998, σελ. 76)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.