HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ποικιλότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1

Ορισμοί

κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ή συνύπαρξη διαφορετικών στοιχείων ή χαρακτηριστικών δίχως όμως να φτάνει στο σημείο της δυσαρμονίας (όπως στην περίπτωση της ανομοιομορφίας)

Ισοδύναμα

English diversity

Παραδείγματα

“το ζωικό βασίλειο εμφανίζει τεράστια ποικιλότητα ειδών”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ποικιλότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course