Meaning of ποικιλότητα | Babel Free
Ορισμοί
κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ή συνύπαρξη διαφορετικών στοιχείων ή χαρακτηριστικών δίχως όμως να φτάνει στο σημείο της δυσαρμονίας (όπως στην περίπτωση της ανομοιομορφίας)
Ισοδύναμα
English
diversity
Παραδείγματα
“το ζωικό βασίλειο εμφανίζει τεράστια ποικιλότητα ειδών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.