Meaning of ποιητής | Babel Free
/pi.iˈtis/Ορισμοί
- αυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός broadly
-
αυτός που ποιεί, που φτειάχνει formal
Ισοδύναμα
English
poet
Παραδείγματα
“Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς”
I believe in one God, the Father Almighty, the maker^((accusative singular)) of heaven and earth
“≈ συνώνυμα: δημιουργός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.