HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ποδο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/po.ðo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
  2. σχετίζεται με τα πόδια (είναι κατάλληλο γι' αυτά, ή εκτελείται μ' αυτά)
  3. ή με το κάτω άκρο

Παραδείγματα

“ποδοκνημικός, ποδοπατάω”
“ποδόλουτρο”
“ποδαστράγαλος”
“ποδόγυρος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ποδο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course