Meaning of ποδο- | Babel Free
/po.ðo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
- σχετίζεται με τα πόδια (είναι κατάλληλο γι' αυτά, ή εκτελείται μ' αυτά)
- ή με το κάτω άκρο
Παραδείγματα
“ποδοκνημικός, ποδοπατάω”
“ποδόλουτρο”
“ποδαστράγαλος”
“ποδόγυρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.