Meaning of πλυνός | Babel Free
/pliˈnos/Ορισμοί
-
ειδικός κοίλος χώρος επί του καταστρώματος της πλώρης των παλαιών πολεμικών ιστιοφόρων επενδυμένος από φύλλα μολύβδου μέσα στο οποίο οι ναύτες έπλεναν τα ρούχα τους formal
-
ο πολύ μεγάλος νεροχύτης των μαγειρείων των πλοίων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) formal
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.