Meaning of πλαφόν | Babel Free
/plaˈfon/Ορισμοί
- το ανώτατο όριο (παραγωγής, προγραμματισμού)
- το μέγιστο παραγωγής, πρόβλεψης, προγραμματισμού κ.τ.λ. που μπορεί να ξεπεράσει κανείς
- η μέγιστη τιμή πώλησης - διάθεσης αγαθών, ή υπηρεσιών.
Ισοδύναμα
English
ceiling
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.