Meaning of πλέθρο | Babel Free
/ˈpleθro/Ορισμοί
- αρχαιοελληνική μονάδα μέτρησης του μήκους (29,57 μ, ίση με τον 1/6 του σταδίου ή με 100 πόδες)
- αρχαιοελληνική μονάδα μέτρησης του εμβαδού (874,38 μ²)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.