Meaning of πιπί | Babel Free
/piˈpi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κατούρημα
- τα γεννητικά όργανα των παιδιών (αγοριών & κοριτσιών)
Ισοδύναμα
English
Wee
Παραδείγματα
“Θέλεις να κανείς πιπί, παιδί μου;”
Do you want to go wee wee, my child?
“Άσε το πιπί σου ήσυχο!”
Leave your willy alone!
“Θέλω να κάνω πιπί μου...”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.