Meaning of πιάστρο | Babel Free
/ˈpça.stɾo/Ορισμοί
νομισματική μονάδα με διαφορετικές αξίες, συνήθως ισοδύναμη με τον ένα εκατοστό της αιγυπτιακής λίρας
dated
Παραδείγματα
“※ … πληρώνουν φόρο 100 πιάστρα. Όσοι έχουν μια καλύβα ή ένα κομμάτι γης 360-400 πιάστρα. Οι ιδιοκτήτες, από 10.000 πιάστρα, ως πέντε ή έξη πουγγιά”
“Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα. 1800-1810. σ.116 @books.google ΣτΕ: μεταφορά σε μονοτονικό.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.