περιόδους
Ορισμοί
αιτιατική πληθυντικού του περίοδος
Παραδείγματα
“Πέρασε δύσκολες περιόδους στη ζωή της.”
She went through difficult periods in her life.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free