Meaning of περιορίζομαι | Babel Free
Ορισμοί
- υπόκειμαι σε περιορισμούς, είμαι ή νιώθω περιορισμένος
- κάνω τα ελάχιστα, μόνο αυτά που επιβάλλεται ή επιτρέπεται να κάνω, παραμένω από ανάγκη ή επιλογή, μέσα σε κάποια πλαίσια ή όρια
Παραδείγματα
“η άσκηση των δικαιωμάτων μας περιορίζεται από τους νόμους”
“το ελεύθερο πνεύμα του δεν περιοριζόταν από τους τέσσερις τοίχους του κελιού του”
“το φαγητό του περιοριζόταν σε ψωμί και χόρτα του βουνού”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.