Meaning of περιορίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιορίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιορίζω
- θα περιορίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περιορίζω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.