πείσατε
Ορισμοί
β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος πείθω
Παραδείγματα
“Πείσατε τον διευθυντή να αλλάξει γνώμη.”
You convinced the manager to change his mind.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free