πείνασα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πεινώ
Παραδείγματα
“Πείνασα πολύ μετά τη μακριά πεζοπορία.”
I got very hungry after the long hike.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free