HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατσαβούρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/pa.tsaˈvu.ɾa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων
  3. οποιοδήποτε βρόμικο, παλιό ή άχρηστο ύφασμα (ή άλλο υλικό)
    broadly
  4. γυναίκα, υπονοώντας ότι είναι άχρηστη, χωρίς αξία
    figuratively, offensive
  5. εφημερίδα κίτρινου τύπου
    figuratively

Παραδείγματα

“※ - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατσαβούρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course