Meaning of πατσαβούρα | Babel Free
/pa.tsaˈvu.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- τεμάχιο υφάσματος για καθαρισμό σκευών ή επίπλων
-
οποιοδήποτε βρόμικο, παλιό ή άχρηστο ύφασμα (ή άλλο υλικό) broadly
-
γυναίκα, υπονοώντας ότι είναι άχρηστη, χωρίς αξία figuratively, offensive
-
εφημερίδα κίτρινου τύπου figuratively
Παραδείγματα
“※ - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.