HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατσαβουρόπιτα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2
/pa.tsa.vuˈɾo.pi.ta/

Ορισμοί

πίτα στην οποία δεν απλώνουμε το φύλλο ίσια και ομοιόμορφα στο ταψί αλλά το ζαρώνουμε σαν να' ναι πατσαβούρι,ρίχνουμε από πάνω τη γέμιση και δεν την καλύπτουμε με άλλο φύλλο.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατσαβουρόπιτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course