Meaning of παρειά | Babel Free
/pa.ɾiˈa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- το μάγουλο
-
πλευρικό τοίχωμα ή, γενικότερα, πλευρά σε σχήμα καμπύλης (σκεύους, πλοίου, φυσικής κοιλότητας κ.λπ.) figuratively
Παραδείγματα
“※ Ψιλογέλασα κιόλας κάτω από τα παπλώματα, γιατί θυμήθηκα εκείνο που είπε ο Χριστός, το «αν σας μπατσίσουν από τη μια παρειά, γυρίστε και την άλλη» και κατά κάποιον τρόπο τη στιγμή αυτή εγώ το τηρούσα. (*)”
“※ Στη νέα επιστημονική του δημοσίευση, υποστηρίζει ότι ο νεκρός στη μεγάλη τούμπα της Βεργίνας είναι ο Φίλιππος για τρεις λόγους: στη δεξιά του παρειά υπάρχουν ίχνη από τραύμα, το ένα του πόδι είναι πιο κοντό από το άλλο και τάφηκε με μία γυναίκα και όχι με δύο. (*)”
“※ Τόσο η εξωτερική παρειά της λιθοδομής των ακροβάθρων όσο και οι θολίτες του κεντρικού τόξου είναι κατασκευασμένα από καλά λαξευμένους πώρινους δομόλιθους. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.