HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρειά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/pa.ɾiˈa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. το μάγουλο
  3. πλευρικό τοίχωμα ή, γενικότερα, πλευρά σε σχήμα καμπύλης (σκεύους, πλοίου, φυσικής κοιλότητας κ.λπ.)
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Ψιλογέλασα κιόλας κάτω από τα παπλώματα, γιατί θυμήθηκα εκείνο που είπε ο Χριστός, το «αν σας μπατσίσουν από τη μια παρειά, γυρίστε και την άλλη» και κατά κάποιον τρόπο τη στιγμή αυτή εγώ το τηρούσα. (*)”
“※ Στη νέα επιστημονική του δημοσίευση, υποστηρίζει ότι ο νεκρός στη μεγάλη τούμπα της Βεργίνας είναι ο Φίλιππος για τρεις λόγους: στη δεξιά του παρειά υπάρχουν ίχνη από τραύμα, το ένα του πόδι είναι πιο κοντό από το άλλο και τάφηκε με μία γυναίκα και όχι με δύο. (*)”
“※ Τόσο η εξωτερική παρειά της λιθοδομής των ακροβάθρων όσο και οι θολίτες του κεντρικού τόξου είναι κατασκευασμένα από καλά λαξευμένους πώρινους δομόλιθους. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρειά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course