HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παραγωγικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/pa.ɾa.ɣo.ʝiˈkos/

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με την παραγωγή
  2. αυτός του οποίου η παραγωγή έχει απόδοση
  3. δημιουργικός
  4. συλλογισμός που ξεκινάει από το γενικό και καταλήγει στο μερικό, σε λεπτομέρειες.
  5. που χρησιμοποιείται στην παραγωγή νέων λέξεων

Παραδείγματα

“παραγωγικό επίθημα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παραγωγικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course