Meaning of παραγωγικός | Babel Free
/pa.ɾa.ɣo.ʝiˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με την παραγωγή
- αυτός του οποίου η παραγωγή έχει απόδοση
- δημιουργικός
- συλλογισμός που ξεκινάει από το γενικό και καταλήγει στο μερικό, σε λεπτομέρειες.
- που χρησιμοποιείται στην παραγωγή νέων λέξεων
Παραδείγματα
“παραγωγικό επίθημα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.