Meaning of πανωτόκι | Babel Free
/pa.noˈto.ci/Ορισμοί
τόκος, που δεν έχει πληρωθεί και κεφαλαιοποιείται, με αποτέλεσμα να ξανατοκίζεται
vulgar
Παραδείγματα
“※ Στοπ στα πανωτόκια σε στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια και κάρτες βάζει νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση για την προστασία του καταναλωτή... (Απαγορευτικό για πανωτόκια, γκρίζους όρους, Τα Νέα, 31 Οκτ. 2009)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.