Meaning of παλικαράκι | Babel Free
/pa.li.kaˈɾa.ci/Ορισμοί
- αγόρι στην παιδική ή την εφηβική ηλικία
-
κάποιος που παριστάνει το παλικάρι, το γενναίο ή τον νταή offensive
Παραδείγματα
“※ Ο Πέτρος ήταν τότε παλικαράκι δεκαεφτά χρονώ. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.