HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παλικαράκι

Ουσιαστικό CEFR B2
pa.li.kaˈɾa.ci

Ορισμοί

  1. αγόρι στην παιδική ή την εφηβική ηλικία
  2. κάποιος που παριστάνει το παλικάρι, το γενναίο ή τον νταή
    offensive

Παραδείγματα

“※ Ο Πέτρος ήταν τότε παλικαράκι δεκαεφτά χρονώ. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παλικαράκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free