Meaning of παζάρεμα | Babel Free
/paˈza.ɾe.ma/Ορισμοί
- η ενέργεια του παζαρεύω, η διαπραγμάτευση για την τιμή ενός πράγματος
-
οποιαδήποτε διαπραγμάτευση broadly
Ισοδύναμα
English
negotiation
Παραδείγματα
“άρχισαν τα παζαρέματα για τη διάρκεια της επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.