παγίδεψαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παγιδεύω
Παραδείγματα
“Οι κυνηγοί παγίδεψαν το ζώο μέσα στο δάσος.”
The hunters trapped the animal in the forest.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free