HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πίλο

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του πίλος
    accusative, singular
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Παραδείγματα

“Φόρεσε τον πίλο του πριν βγει έξω.”

He put on his hat before going out.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free