Meaning of πίκλα | Babel Free
Ορισμοί
- το πικαλίλι, τουρσί μουστάρδας
- γυναικείο επώνυμο
- λαχανικό σε ξίδι, μπαχαρικό ή αλάτι (χρειάζεται κάποιος χρόνος/ 3 με 4 βδομάδες για να δέσει το τουρσί)
Ισοδύναμα
English
Pickle
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.