Meaning of πάσσαλος | Babel Free
Ορισμοί
- ξύλινη, μεταλλική (ή κι από άλλα υλικά) μακρόστενη κατασκευή με μυτερή άκρη, που χρησιμοποιείται για να περιφράξουμε κάτι ή γενικά στην οικοδομική
- ανδρικό επώνυμο
- χοντρό ραβδί από ξύλο ή από μέταλλο που η άκρη του είναι μυτερή
- συνώνυμο του παλούκι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.