πάρκαρα
Ορισμοί
- first-person singular imperfect of παρκάρω (parkáro)
- first-person singular simple past of παρκάρω (parkáro)
Παραδείγματα
“Πάρκαρα το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι.”
I was parking the car outside the house.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free