Meaning of πάνε | Babel Free
/ˈpa.ne/Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πηγαίνω
- θα πάνε: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πηγαίνω
-
β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος πηγαίνω: πήγαινε idiomatic
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.