Meaning of οφτός | Babel Free
/oˈftos/Ορισμοί
- ο ψητός, ο ψημένος (κυρίως για ψητά φαγητά)
-
το οφτό: είδος ψητού neuter
Παραδείγματα
“※ Συγκεκριμένα, στα Δωδεκάνησα το οφτό αρνί είναι γεμιστό που ψήνεται για ώρες στο φούρνο. (kathimerini.gr, 2010)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.