Meaning of ουρανοκατέβατο | Babel Free
/u.ra.no.kaˈte.va.to/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ουρανοκατέβατος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ουρανοκατέβατος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.