HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ουρανόσταλτος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/u.ɾaˈno.stal.tos/

Ορισμοί

  1. θεόσταλτος, θεόπεμπτος
  2. ανέλπιστος, απροσδόκητος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Και με όλην την αηδία, που αισθάνθηκε το στόμα της, με όλη την ξυνή φαγούρα που είχε στον φάρυγγα, επίστεψεν αμέσως πως κάτι δροσερό, σαν πηγή θεοχάριστη, κάτι σαν ηδονή ουρανόσταλτη άρχισε με μιας να κυκλοφορή μέσα της (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος, 1897, Κεφάλαιο Ε' - Δικαιοσύνη)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ουρανόσταλτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course