Meaning of οστεοαρχαιολογία | Babel Free
/o.ste.o.aɾ.çe.o.loˈʝi.a/Ορισμοί
ο κλάδος της επιστημονικής μελέτης των ανθρώπινων οστών σε αρχαιολογικούς χώρους
Παραδείγματα
“※ Η ελονοσία, με πιθανό της λίκνο την τροπική Αφρική, σημάδεψε βαθειά την ιστορία της Ελλάδας όπως και άλλων Μεσογειακών χωρών. Μία εκτεταμένη μελέτη οστεοαρχαιολογίας διερεύνησε την παρουσία πορώδους υπεροστέωσης διαχρονικά σε 2.443 σκελετούς που προέρχονταν από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία από την παλαιολιθική εποχή μέχρι και τον 19ο αιώνα.”
“※ Η κυρία Μέρφι είναι βιοαρχαιολόγος, ασχολείται δηλαδή με την επιστημονική μελέτη των ανθρώπινων υπολειμμάτων που βρίσκονται σε αρχαιολογικές ανασκαφές (η ειδικότητα αυτή ονομάζεται επίσης οστεοαρχαιολογία ή παλαιο-οστεολογία).”
“※ Στους αρχαιολόγους, στους συντηρητές, στους ιστορικούς τέχνης, στους αρχιτέκτονες και τους γεωφυσικούς προστίθενται τώρα επιστήμονες από πεδία με ασυνήθιστους και συναρπαστικούς τίτλους, όπως αρχαιομετρία, βιομοριακή αρχαιολογία, οστεοαρχαιολογία, παλαιοανθρωπολογία κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.