Meaning of οστεοκλασία | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική διαδικασία κατά την οποία ο χειρουργός θραύει οστό για την θεραπευτικούς λόγους (διόρθωση παραμόρφωσης κ.λπ.)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.