HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ορμώμαι | Babel Free

Ρήμα CEFR B1
oɾˈmo.me

Ορισμοί

  1. κατάγομαι, συνήθως λέγεται για πόλη
  2. ξεκινώ, χρησιμοποιώ ή έχω ως αιτία, αφορμή, κίνητρο

Παραδείγματα

“Εξ Αθηνών ορμώμενος”
“≈ συνώνυμα: κατάγομαι, προέρχομαι”
“※ χ.η. Σοφία Ασλανίδου, μία αποκαλυπτική έρευνα για τη σχέση των νέων με τα ΜΜΕ @greek-language.gr”
“≈ συνώνυμα: παρακινούμαι”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ορμώμαι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free