Meaning of οριστεί | Babel Free
/o.ɾiˈsti/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ορίζομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ορίζομαι
- θα οριστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ορίζομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.