Meaning of οξυπύθμενος | Babel Free
/o.ksiˈpiθ.me.nos/Ορισμοί
- που έχει στενό, μυτερό ή στρογγυλό πυθμένα
- για αγγεία με μυτερή βάση
Παραδείγματα
“※ Οι οξυπύθμενοι αμφορείς ήταν εμπορικά αγγεία, που χρησίμευαν για τη μεταφορά και την αποθήκευση του κρασιού· το σχήμα τους με τη στενή βάση επέτρεπε την τοποθέτησή τους πλαγιαστά σε αποθήκες και σε αμπάρια καραβιών χωρίς απώλεια χώρου, και επιπλέον διευκόλυνε το άδειασμά τους (Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά, «Ο “ζωγράφος του Κλεοφράδη”», στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας· πρόσβαση: 2019-09-16).”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.